Ν. Π. Ραγκόζιν – Η μεταμόρφωση της επιστήμης στην εποχή του κεφαλαίου

Το άρθρο του Νικολάι Πέτροβιτς Ραγκόζιν (1953 – 2020) δημοσιεύτηκε το 2017 στο περιοδικό “Κουλτούρα και πολιτισμός” (Культура и цивилизация). Το πρωτότυπο (στα ρωσικά) μπορεί να βρεθεί εδώ . Ο Ν.Π. Ραγκόζιν ήταν καθηγητής στο Εθνικό Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Ντονέτσκ και βουλευτής της ΛΔ Ντονέτσκ με το ΚΚ.

Η θέση ότι η επιστήμη έχει μετατραπεί σε άμεση παραγωγική δύναμη είναι σήμερα ευρέως αποδεκτή. Μαρξιστές και μη μαρξιστές φιλόσοφοι συμφωνούν με αυτή τη θέση, αναγνωρίζοντας την πρωτοκαθεδρία του Μαρξ στην ανακάλυψη αυτής της αλλαγής στην παραγωγική βάση της σύγχρονης κοινωνίας. Αυτή η θέση, ρητά ή άρρητα, είναι η βάση των σύγχρονων αναλύσεων για την “μετα-βιομηχανική” και την τεχνοτρονική κοινωνία και την κοινωνία της πληροφορίας. Όμως, παρά την δημοτικότητα αυτής της θέσης, η ουσία και η λογική της διαδικασίας μεταμόρφωσης της επιστήμης σε άμεση παραγωγική δύναμη και τα αποτελέσματα της είναι προφανές ότι δεν έχουν αναλυθεί σημαντικά στην διαθέσιμη βιβλιογραφία.

Σε αυτό το άρθρο θα εξετάσουμε 1) τις λογικο-μεθοδολογικές και κοινωνιο-ιστορικές προυποθέσεις για την ανακάλυψη της μεταμόρφωσης της επιστήμης σε άμεση παραγωγική δύναμη, 2) την κατανόηση από τον Μαρξ των σταδίων συμπερίληψης της επιστήμης στη δομή των παραγωγικών δυνάμεων, 3) τις συνέπειες αυτής της διαδικασίας για την κοινωνική θέση και την αποστολή της επιστήμης.

Ι

Η μεθοδολογική βάση του Μαρξ για την ανάλυση της επιστήμης είναι η υλιστική κατανόηση της ιστορίας. Στη Γερμανική Ιδεολογία, όπου αυτή η μεθοδολογία παρουσιάζεται συστηματικά για πρώτη φορά, ο Μαρξ, παράλληλα με την υλική παραγωγή σαν τη βάση της ύπαρξης και της αναπαραγωγής του ανθρώπου και της κοινωνίας, διακρίνει επίσης την “πνευματική παραγωγή” σαν την παραγωγή των “ιδεών, των παραστάσεων, της συνείδησης” [1,24]

Ο Μαρξ εκκινεί από μια θεμελιακά νέα προσέγγιση της υλιστικής αρχής, σύμφωνα με την οποία η συνείδηση “δεν μπορεί ποτέ να είναι τίποτα άλλο παρά συνειδητό είναι [das bewuste Sein]”, κατανοώντας το είναι όχι σαν ένα αφηρημένο είναι γενικά, αλλά των είναι των ανθρώπων σαν “την αληθινή διαδικασία της ζωής τους” [1,2]. Έτσι, η μελέτη του ερωτήματος αναφορικά με τη σχέση της νόησης και του είναι τοποθετείται στη βάση της μελέτης της αληθινής ιστορίας των ανθρώπων. Με μια τέτοια διατύπωση του ερωτήματος περί της σχέσης της συνείδησης και του είναι αποκαλύπτεται ότι μπορούμε να διακρίνουμε δυο βασικά ιστορικά στάδια. Αν αρχικά η παραγωγή των ιδεών, των παραστάσεων και της συνείδησης ήταν “άμεσα συνυφασμένη με την υλική δραστηριότητα και την υλική επικοινωνία των ανθρώπων”, στη συνέχεια, με τον καταμερισμό της εργασίας σε χειρωνακτική και διανοητική, αναδύεται μια εξειδικευμένη πνευματική παραγωγή. “Από εδώ και στο εξής”, γράφει ο Μαρξ, “η συνείδηση μπορεί πραγματικά να φανταστεί ότι είναι κάτι διαφορετικό από την συνειδητοποίηση της υπάρχουσας πρακτικής, ότι μπορεί πραγματικά να φανταστεί κάτι χωρίς να φαντάζεται κάτι πραγματικό – από αυτή τη τη στιγμή η συνείδηση είναι σε θέση να χειραφετηθεί από τον κόσμο και να κινηθεί στην εκπαίδευση, την “καθαρή θεωρία”, τη θεολογία, τη φιλοσοφία, την ηθική κλπ. Αλλά ακόμη κι αν αυτή η θεωρία, η θεολογία , η φιλοσοφία, η ηθική κλπ, έρχονται σε σύγκρουση με τις υπάρχουσες σχέσεις, αυτό μπορεί μόνο να συμβαίνει επειδή οι υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις έχουν μπει σε μια σύγκρουση με την υπάρχουσα παραγωγική δύναμη” [1,30]

Εδώ διατυπώνεται η βασική αρχή της ανάλυσης της πνευματικής παραγωγικής και των προϊόντων της από τον Μαρξ: οι αντιθέσεις μεταξύ της συνείδησης και της πραγματικότητας, οι αντιθέσεις μεταξύ των μορφών της συνείδησης και των προϊόντων της πνευματικής παραγωγής είναι, σε τελευταία ανάλυση, συνέπεια των εσωτερικών αντιθέσεων της ίδιας της κοινωνικής πρακτικής. Το περιεχόμενο της συνείδησης θα πρέπει να εξάχθεί από τις αντιθέσεις της κοινωνικής ύπαρξης, ακολουθώντας όλους τους ενδιάμεσους δεσμούς που συνδέουν την υλική βάση της κοινωνίας και το πνευματικό οικοδόμημα που υψώνεται πάνω από αυτή. Η υλιστική αρχή σε αυτή την προσέγγιση γίνεται λογικά και ιστορικά συγκεκριμένη. Αντιθετα από την προηγούμενη φιλοσοφία της ιστορίας, ο ιστορικός υλισμός, με το να κατανοεί την ιστορική ύπαρξη των ανθρώπων δεν παγιδεύεται ούτε στο στάδιο ενός εκλεκτικίστικου συνδυασμού των παραγόντων της ιστορικής διαδικασίας ούτε στο στάδιο της μονομερούς απολυτοποίησης ενός από αυτούς τους παράγοντες (είτε του λόγου, της οικονομίας, της τεχνολογίας ή όποιου άλλου) ως βάση και κινητήριος δύναμη της ιστορίας.

Ο στενότερος δεσμός που συνδέει την πνευματική παραγωγή και τα προϊόντα της με την υλική βάση της κοινωνίας είναι η κοινωνική ταξική δομή της κοινωνίας. Συνεπώς, η ανάλυση της πνευματικής παραγωγής στη Γερμανική Ιδεολογία τοποθετείται εντός του πλαισίου της ιδεολογικής και πολιτικής πάλης των τάξεων, η οποία φτάνει στο απόγειο της στην αστική κοινωνία. Η πνευματική παραγωγή και τα προϊόντα της (η “καθαρή θεωρία”, η θεολογία, η φιλοσοφία, η ηθική) θεωρούνται εργαλεία της κυρίαρχης τάξης, η οποία ρυθμίζει την παραγωγή και διανομή της σκέψης της εποχής της [1,30,46]. Και οι άμεσοι διαχειριστές της πνευματικής παραγωγής παρουσιάζονται σαν υπηρέτες των κυρίαρχων τάξεων (1).

Τα προϊόντα της πνευματικής παραγωγής θεωρούνται μορφές της “ιδεολογίας”, ιδέες καθορισμένες από τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά συμφέροντα των τάξεων, γεγονός το οποίο κατά συνέπεια δίνει μια περισσότερη ή λιγότερο μονομερή και άρα ψευδεπίγραφη εικόνα της κοινωνικής πραγματικότητας. Ο βαθμός στον οποίο οι ιδέες αυτές είναι ψευδείς, ή αντίθετα, ρεαλιστικές (αληθινές) εξαρτάται από το πόσο πλατιά είναι τα συμφέροντα της τάξης (αντανακλούν στενά τα ιδιοτελή της συμφέροντα ή αντανακλούν επίσης τα συμφέροντα της προοδευτικής κίνησης της κοινωνίας ως όλου), από το αν είναι μια άμεση αντανάκλαση της πραγματικότητας ή αν έχουν “εξαγνισθεί” μέσω του μηχανισμού της θεωρησιακής-δογματικής θεωρητικοποίησης. (2)

Θα ήταν όμως λάθος να κατανοήσουμε αυτή την πρώτη περιγραφή της υλιστικής αντίληψης της κοινωνίας σαν μια εικόνα μιας ταξικής πάλης για την οποία η επιστήμη, η τέχνη, η ηθική, η φιλοσοφία, η θρησκεία είναι απλά περισσότερο ή λιγότερο ελκυστικά κελύφη ιδιοτελών συμφερόντων και ψευδαισθήσεων για τον εαυτό τους και το λειτούργημα τους στην κοινωνία. Ο Μαρξ δεν παρέβλεψε ποτέ το γεγονός ότι, σε κάθε ιστορικό στάδιο, στις αντιθέσεις και την ταξική πάλη του, διεξάγεται επίσης η γενική ανάπτυξη της ανθρωπότητας. Η ανάπτυξη της υλικής παραγωγής και επικοινωνίας οδηγεί στη συσσώρευση μέσων παραγωγής, εργαλείων, παραγωγικών δεξιοτήτων, γνώσης, εφευρέσεων τα οποία κληροδοτούνται σε κάθε διαδοχική ανθρώπινη γενιά και αποτελούν τη βάση για την προοδευτική ανάπτυξη της ανθρωπότητας. (3)

Στις συνθήκες της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και της ταξικής πάλης, αυτή η προοδευτική ανάπτυξη είναι αντιφατική. Συνεπώς, όπως σημειώνει ο Μαρξ, “αυτές οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσονται μόνο μονόπλευρα, γίνονται καταστροφική δύναμη για την πλειονότητα και πολλές από αυτές τις παραγωγικές δυνάμεις μένουν εντελώς αναξιοποίητες στην ιδιωτική ιδιοκτησία” [1, 60-61].

Ο Μαρξ στρέφεται ξανά στην έννοια της “πνευματικής παραγωγής” και στα προβλήματα της αλληλεπίδρασης της με την υλική παραγωγή στα προπαρασκευαστικά χειρόγραφα του “Κεφαλαίου”. Ήδη στην μεθοδολογική “Εισαγωγή” στα “Οικονομικά Χειρόγραφα 1857-1861” ο Μαρξ επισημαίνει την ανισομέρεια και την ασυνέπεια της ανάπτυξης της υλικής και πνευματικής παραγωγής στην καπιταλιστική κοινωνία: “Η άνιση σχέση μεταξύ της ανάπτυξης της υλικής παραγωγής και της ανάπτυξης, παραδείγματος χάριν, της τέχνης. Γενικά, η έννοια της προόδου δεν θα πρέπει να κατανοείται με το συνηθισμένο αφηρημένο τρόπο” [5,41]

Η αντίθεση μεταξύ της υλικής και της πνευματικής παραγωγής στη σφαίρα της τέχνης εκφράζεται στο γεγονός ότι, από τη μια, κάποιες μορφές τέχνης (το έπος) είναι δυνατές μόνο σε ένα συγκριτικά χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης της υλικής παραγωγής και σε ένα χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης της τέχνης [5,41-42]. Από την άλλη, μια υψηλά ανεπτυγμένη υλική παραγωγή μπορεί να μην ευνοεί ή ακόμη και να είναι εχθρική προς κάποιες μορφές τέχνης που άνθιζαν προηγουμένως σε μια λιγότερο ανεπτυγμένη υλική βάση (4).

Μια ακόμη μορφή αντίθεσης μεταξύ της πνευματικής και υλικής παραγωγής είναι επίσης δυνατή. Ο Μαρξ επισημαίνει την αντίθεση μεταξύ των παραγωγικών σχέσεων και της νομικής μορφής τους στην περίπτωση του ρωμαϊκού ιδιωτικού δικαίου, όπου αυτή η μορφή έφτασε σε ένα επίπεδο αντίστοιχο των σχέσεων της καπιταλιστικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας, πολύ πιο ανεπτυγμένο από τις παραγωγικές σχέσεις της αρχαίας Ρώμης [5, 41].

Για τη θεωρητική αναπαραγωγή αυτών των αντιθέσεων της υλικής και πνευματικής παραγωγής στην ιστορική ανάπτυξη της ανθρωπότητας είναι απαραίτητη η ορθή κατανόηση της διαλεκτικής του ατομικού, του ειδικού και του καθολικού, δεδομένου ότι η επιστημονική και θεωρητική γνώση της ανάπτυξης της κοινωνίας στοχεύει στην κατανόηση των συγκεκριμένων καθολικών νόμων της ανάπτυξης αυτής.

Στην αντίληψη του Μαρξ, το συγκεκριμένο-καθολικό είναι “επειδή είναι συγκεκριμένο ως σύνθεση των πολλών προσδιορισμών, ιδού η ενότητα του πολλαπλού. Στη σκέψη συνεπώς εμφανίζεται σαν μια διαδικασία σύνθεσης, σαν ένα αποτέλεσμα και όχι σαν μια αφετηρία, αν και είναι μια πραγματική αφετηρία και συνεπώς επίσης μια αφετηρία για τη σκέψη και την αναπαράσταση” [5,37]. Η μέθοδος της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο στοχεύει στην αναπαραγωγή στις κατηγορίες της σκέψης της πραγματικής ζωής του αντικειμένου, ιδωμένου από τη σκοπιά της ωριμότητας του. Δεν πρόκειται για την κατασκευή ενός αφηρημένου μοντέλου που με περισσότερη ή λιγότερη ακρίβεια αντιγράφει τη συμπεριφορά ενός αντικειμένου, όπως είναι τυπικό για τις φυσικές επιστήμες και την σύγχρονη κοινωνιολογία, αλλά μια νοητική αναπαράσταση της εσωτερικής αλληλοσύνδεσης των ουσιωδών πλευρών του αντικειμένου της μελέτης, των νόμων της λειτουργίας και ανάπτυξης του (5).

Το αντικείμενο της μελέτης, που μας παραδίδεται από τις αισθήσεις, είναι παρόν στη συνείδηση μας με τη μορφή μιας αισθητηριακά συγκεκριμένης εικόνας, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της μελέτης. Προκειμένου να αναπαράγουμε θεωρητικά τη ζωή εντός αντικειμένου είναι απαραίτητο να αποκαλύψουμε τη βασική δομή του και τη θεμελιώδη του αντίθεση, η ανάπτυξη και επίλυση της οποίας καθορίζει την ίδια του την ύπαρξη. Εδώ πρέπει να χρησιμοποιήσουμε την αφαίρεση, αλλά αυτή η αφαίρεση, στην αντίληψη του Μαρξ, δεν πρέπει να είναι αυθαίρετη αλλά πρακτικά αληθής.

Ο Μαρξ εξηγεί την ιδέα του με το παράδειγμα της κατηγορίας “εργασία γενικά”, η οποία είναι μια αφαίρεση από τους συγκεκριμένους τύπους εργασίας: “… όχι βιομηχανική, όχι εμπορική, όχι γεωργική εργασία, αλλά ταυτόχρονα και το ένα και το άλλο.” Η κατηγορία “εργασία γενικά” (ή “αφηρημένη εργασία”) γίνεται πρακτικά αληθής υπό τους εξής όρους: “… Οι πιο γενικές αφαιρέσεις συνήθως αναδύονται μόνο στις συνθήκες της πιο πλούσιας συγκεκριμένης ανάπτυξης, όπου το ίδιο πράγμα είναι κοινό σε πολλά ή σε όλα. Τότε σταματά να γίνεται αντιληπτό μόνο σε μια συγκεκριμένη μορφή. Από την άλλη, αυτή η αφαίρεση της “εργασίας γενικά” δεν είναι μόνο το διανοητικό αποτέλεσμα κάποιας συγκεκριμένης ομαδοποίησης τύπων εργασίας. Η αδιαφορία ως προς το συγκεκριμένο είδους εργασίας αντιστοιχεί σε μια μορφή της κοινωνίας στην οποία τα άτομα μετακινούνται εύκολα από μια μορφή εργασίας σε μια άλλη, και στην οποία αυτή η συγκεκριμένη μορφή εργασίας είναι τυχαία και κατά συνέπεια αδιάφορη. Η εργασία εδώ, όχι μόνο ως κατηγορία αλλά και σαν πραγματικότητα, έχει μετατραπεί σε ένα μέσο παραγωγής πλούτου γενικώς και έχει χάσει την προηγούμενη σύμφυση μεταξύ συγκεκριμένων ατόμων και συγκεκριμένων τύπων εργασίας” [5,38-39].

Ο Μαρξ επιχειρηματολογεί με αντίστοιχο τρόπο σχετικά με την κατηγορία της “παραγωγής γενικώς”: “Η παραγωγή γενικώς είναι μια αφαίρεση, αλλά μια λογική αφαίρεση, αφού πραγματικά εντοπίζει το γενικό, το αναδεικνύει και κατά συνέπεια μας γλιτώνει από την επανάληψη. Όμως, αυτό το καθολικό, ή το γενικό απομονωμένο για της σύγκρισης, είναι και το ίδιο κάτι που είναι πολλαπλώς κατατμημένο, εκφρασμένο με διάφορους ορισμούς. Κάποιες πτυχές του ισχύουν για όλες τις εποχές, άλλες είναι κοινές μόνο σε κάποιες εποχές” [5, 29]

Το αφηρημένο-καθολικό είναι μια στιγμή, μια πλευρά του συγκεκριμένου-καθολικού, αλλά ταυτόχρονα είναι μια στιγμή ή μια πλευρά που υπάρχει όντως: “Αν δεν υπάρχει καθόλου παραγωγή, τότε δεν υπάρχει καθόλου παραγωγή γενικώς” (5, 29).Όμως, υπάρχουν κατηγορίες “με τη βοήθεια των οποίων είναι αδύνατο να καταλάβουμε ένα πραγματικό ιστορικό στάδιο της παραγωγής” [5, 30]. Σε τί υπολείπονται αυτές οι αφηρημένες καθολικές κατηγορίες;

Η ουσία του ζητήματος έγκειται στο γεγονός ότι αυτές εκφράζουν μια διακριτή σχέση, ένα διακριτό φαινόμενο της πραγματικότητας, αποσπασμένο από ένα συγκεκριμένο όλο ή ακόμη όχι μέρος της σύνθεσης ενός όλου και ακόμη υπάρχον σε ένα άλλο συγκεκριμένο όλο, καταλαμβάνοντας εκεί μια άλλη θέση και διεκπεραιώνοντας άλλες λειτουργίες. Ο Μαρξ, μελετώντας την καπιταλιστική κοινωνία, εντοπίζει ότι κάποιες από τις κατηγορίες της (ανταλλακτική αξία, μισθωτή εργασία, εμπορικό και δανειακό κεφάλαιο) εμφανίζονται ήδη στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες. Αλλά εκεί υπάρχουν σε ειδική μορφή, δεν έχουν την ίδια σημασία και δεν επιτελούν τις λειτουργίες που είναι χαρακτηριστικές για αυτές εντός του πλαισίου της καπιταλιστικής κοινωνίας όπου επιτυγχάνουν την πλήρη, καθολική ανάπτυξη τους.

Για να μελετήσουμε τη σχέση και την αλληλεπίδραση της υλικής και της πνευματικής παραγωγής, είναι πολύ σημαντικό να ακολουθήσουμε την αρχή της συγκεκριμένης πραγμάτευσης. Όμως, αν ψάξουμε τα εγχειρίδια της κοινωνικής φιλοσοφίας, θα βρούμε ότι η πραγμάτευση του ζητήματος της πνευματικής παραγωγής είναι πολύ συχνά περιορισμένη σε μια συζήτηση της πνευματικής παραγωγής γενικά. Στο μεταξύ, ο Μαρξ έγραψε κάποτε: “Προκειμένου να μελετήσουμε τη σύνδεση μεταξύ της πνευματικής και της υλικής παραγωγής, είναι πριν από όλα απαραίτητο να σκεφτούμε αυτή την υλική παραγωγή όχι σαν μια γενική κατηγορία, αλλά σαν μια συγκεκριμένη ιστορική μορφή. Έτσι, για παράδειγμα, στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής αντιστοιχεί ένα διαφορετικό είδος πνευματικής παραγωγής από ότι στο μεσαιωνικό τρόπο παραγωγής” [6, 29]. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι στη βιβλιογραφία μας δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου μελέτες για τους ιστορικούς τύπους της πνευματικής παραγωγής στη σχέση τους με τις διάφορες ιστορικές μορφές της υλικής παραγωγής. Δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν υπάρχουν καθόλου τέτοιες μελέτες. Μάλλον υπάρχουν σε κατακερματισμένη μορφή, διασκορπισμένες σε διάφορες ειδικές μελέτες για την ιστορία της επιστήμης, της τεχνολογίας, της τέχνης, της θρησκείας, της ηθικής αλλά όλα αυτά δεν ενοποιούνται και εξαιτίας αυτού τα ενιαία χαρακτηριστικά των τύπων της πνευματικής παραγωγής και των συνδέσεων τους με τις ιστορικές μορφές της υλικής παραγωγής δεν υπάρχουν ακόμη στη βιβλιογραφία μας.

Όταν αναπτύσσουμε το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ της υλικής και της πνευματικής παραγωγής είναι επίσης σημαντικό να ακολουθούμε μια άλλη μεθοδολογική αρχή, την οποία ο Μαρξ διατυπώνει ως εξής: “Κάθε μορφή κοινωνίας έχει μια συγκεκριμένη παραγωγή που καθορίζει τη θέση και τη σημασία όλων των άλλων βιομηχανιών και της οποίας οι σχέσεις καθορίζουν την θέση και την σημασία όλων των άλλων σχέσεων με τον ίδιο τρόπο. Είναι αυτός ο συγκεκριμένος φωτισμός στον οποίο εμφανίζονται όλα τα άλλα χρώματα και ο οποίος τα τροποποιεί στις λεπτομέρειες τους. Είναι αυτός ο ειδικός αιθέρας που καθορίζει τις αναλογίες του κάθετι που βρίσκεται εντός του” [5, 43]. Ακολουθώντας ακριβώς αυτή την αρχή στην πορεία της ανάλυσης της διαδικασίας της παραγωγής κεφαλαίου σαν βασικό νόμο της καπιταλιστικής κοινωνίας, ο Μαρξ ανακάλυψε αυτή τη μεταμόρφωση των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, μέσω της οποίας η επιστήμη γίνεται άμεση παραγωγική δύναμη.

Μια ανάλυση του έργου του Μαρξ δείχνει ότι οι λογικές και μεθοδολογικές προϋποθέσεις για την ανακάλυψη από αυτόν του φαινομένου της μετατροπής της επιστήμης σε άμεση παραγωγική δύναμη είναι μια υλιστική κατανόηση της ιστορίας, εντός της οποίας έχουν αναπτυχθεί κατηγορίες που καθιστούν δυνατή την αποκάλυψη της δομής και των νόμων της ανάπτυξης της κοινωνίας, όπως και η διαλεκτική μεθοδολογία της επιστημονικής έρευνας με την πιο σημαντική της μέθοδο – τη μέθοδο της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Αυτές οι λογικές, μεθοδολογικές και θεωρητικές προϋποθέσεις αποτέλεσαν την άμεση βάση για την μελέτη των νόμων ανάπτυξης της καπιταλιστικής κοινωνίας, στη διάρκεια της οποίας ο Μαρξ ανακάλυψε μια τέτοια τάση σε αυτή την ανάπτυξη όπως τη διαδικασία ενσωμάτωσης φαινομένων του εποικοδομήματος (προϊόντα της πνευματικής παραγωγής, πρωταρχικά την επίστήμη) στη βάση (στην υλική παραγωγή).

Οι κοινωνικοϊστορικές προϋποθέσεις για την ανακάλυψη της μετατροπής της επιστήμης σε άμεση παραγωγική δύναμη ήταν η βιομηχανική επανάσταση, η οποία εξελισσόταν μπροστά στα μάτια του Μαρξ. Ήδη στη “Γερμανική Ιδεολογία ” ο Μαρξ εντοπίζει ότι η βιομηχανία μεγάλης κλίμακας “έχει υποτάξει τις φυσικές επιστήμες στο κεφάλαιο” [1, 60]. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς δίνουν μια ακόμη πιο λεπτομερή περιγραφή της βιομηχανικής επανάστασης στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο: “Σε λιγότερο από εκατό χρόνια της ταξικής της κυριαρχίας, η αστική τάξη έχει δημιουργήσει περισσότερες και μεγαλύτερες παραγωγικές δυνάμεις από όλες τις προηγούμενες γενιές μαζί. Η κυριαρχία επί των δυνάμεων της φύσης, η παραγωγή με μηχανές, η χρήση της χημείας στη βιομηχανία και τη γεωργία, η ναυσιπλοΐα, οι σιδηρόδρομοι, ο τηλέγραφος, η ανάπτυξη όλόκληρων περιοχών του πλανήτη για τη γεωργία, η διάνοιξη των ποταμών για τη ναυσιπλοϊα, οι μάζες του πληθυσμού, σαν να φυτρώνουν από το έδαφος – ποιός από τους προηγούμενους αιώνες μπορούσε να φανταστεί ότι τέτοιες παραγωγικές δυνάμεις κοιμούνταν στα βάθη της κοινωνικής εργασίας!” [2, 429]. Αυτά όμως ήταν απλά διαπιστώσεις γεγονότων, ηταν απαραίτητο να ανακαλυφθούν οι αιτίες και τα πρότυπα αυτών των διαδικασιών. Ο Μαρξ έλυσε αυτά τα προβλήματα ανακαλύπτοντας τους νόμους ανάπτυξης της αστικής κοινωνίας.

ΙΙ

Πώς ανακαλύφθηκε η μετατροπή της επιστήμης σε άμεση παραγωγική δύναμη, ποιά είναι η λογική αυτή της διαδικασίας και ποιά είναι τα στάδια της; Θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε αδρομερώς αυτά τα ζητήματα.

Η ουσία της καπιταλιστικής παραγωγής και ο βασικός νόμος της, ο οποίος καθορίζει όλους τους άλλους τύπους παραγωγής και τις σχέσεις στην κοινωνία, είναι ο νόμος της παραγωγής υπεραξίας. Η παραγωγή της υπεραξίας βασίζεται στην ικανότητα ενός ανθρώπου να παράξει όχι μόνο το αναγκαίο προϊόν (τις αξίες χρήσεις που είναι απαραίτητες για την ικανοποίηση των ζωτικών αναγκών του εργαζόμενου), αλλά επίσης και το επιπλέον προϊόν (τις αξίες χρήσεις που μπορούν να ικανοποιήσουν τις ζωτικές ανάγκες άλλων ανθρώπων). Ο καπιταλιστής πληρώνει την εργασία του μισθωτού εργαζόμενου εντός των ορίων του κόστους των απαραίτητων για την επιβίωση μέσων προκειμένου να αναπαραχθεί η ικανότητα προς εργασία του εργαζόμενου και ιδιοποιείται την υπέρεργασία χωρίς πληρωμή (6).

Στην κλίμακα της κοινωνίας συνολικά, ο καταμερισμός της εργασίας σε απαραίτητη και πλεονασματική δημιουργεί τη βάση για το χωρισμό της κοινωνίας σε εργαζόμενους και μη εργαζόμενους. Το πλεονάζον προϊόν σχηματίζει ένα σύνολο μέσων επιβίωσης απαραίτητο για την ύπαρξη των ανθρώπων που δεν εμπλέκονται στην υλική παραγωγή και που αποτελούν μέρος του πολιτικού και ιδεολογικού εποικοδομήματος που υψώνεται πάνω από την υλική βάση (7).

Είναι ξεκάθαρο ότι οι τάξεις που ιδιοποιούνται το πλεόνασμα ενδιαφέρονται για την αύξηση του. Στην καπιταλιστική κοινωνία, τα μέσα αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία οδηγεί στην αύξηση της παραγωγής υπεραξίας και πλεονάσματος, είναι η βελτίωση της παραγωγικής διαδικασίας και των παραγωγικών δυνάμεων.

Τί περιεχόμενο δίνει ο Μαρξ στην έννοια των “παραγωγικών δυνάμεων”; Η μελέτη των προπαρασκευαστικών χειρογράφων για το Κεφάλαιο δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι ο Μαρξ κατανοούσε τις παραγωγικές δυνάμεις (Produktionskraft, Produktivkraft) σαν το όλο σύμπλεγμα των παραγόντων που εμπλέκονται στην παραγωγική διαδικασία και συνεισφέρουν στη ροή της. Πολύ σωστά εντοπίζει ο Γ. Α. Μπαγκατούρια ότι ο Μαρξ κατανοεί τις παραγωγικές δυνάμεις με την πλατιά έννοια, συμπεριλαμβάνοντας στην σύνθεση τους υλικούς και πνευματικούς, υποκειμενικούς και αντικειμενικούς, ατομικούς και κοινωνικούς, κοινωνικούς και φυσικούς, άμεσους και έμμεσους παράγοντες που συνεισφέρουν στην παραγωγική διαδικασία [8].

Αυτή η ευρεία κατανόηση της κατηγορίας “παραγωγικές δυνάμεις” από το Μαρξ οφείλεται στο γεγονός ότι, πρώτον, διακρίνει μεταξύ της εργασιακής διαδικασίας και της παραγωγικής διαδικασίας (8), και, δεύτερο, η σύνδεση μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των παραγωγικών σχέσεων κατανοείται από το Μαρξ (πράγμα που συχνά παραβλέπεται), διαλεκτικά, σαν μια σύνδεση περιεχομένου και μορφής και στη διαλεκτική αυτά αλληλοδιεισδύουν και σχηματίζουν μια συγκεκριμένη ενότητα (ταυτότητα).

Η άμεση διαδικασία της εργασίας (η “ζωντανή εργασία” όπως το έθετε ο Μαρξ) αποτελείται απο τρία στοιχεία: τα μέσα της εργασίας, το αντικείμενο της εργασίας και την επί σκοπώ ανθρώπινη δραστηριότητα καθεαυτή. Η ζωντανή εργασία εξαρτάται από το δυναμικό της εργατικής δύναμης (9). Αλλά η εργασία είναι εξ αρχής μια κοινωνική διαδικασία, και κατα συνέπεια η παραγωγή των μέσων επιβίωσης δεν στηρίζεται μόνο στο δυναμικό των ξεχωριστών εργασιακών δυνάμεων, αλλά περιλαμβάνει επίσης αυτό που ο Μαρξ ονόμασε “κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις”, εννοώντας τις παραγωγικές δυνάμεις που αναδύθηκαν στην πορεία της ιστορικής ανάπτυξης της κοινωνίας. Ο Μαρξ περιλαμβάνει σε αυτές τη συνεργασία, τον καταμερισμό της εργασίας, τις μηχανές, την υποδομή παραγωγής και μεταφοράς, την επιστήμη, τη χρήση των δυνάμεων της φύσης και σήμερα θα πρέπει να συμπεριλάβουμε στη σύνθεση τους τα πληροφοριακά και επικοινωνιακά συστήματα και το μάνατζμεντ.

Η ανάπτυξη της εργασίας οδηγεί σε μια αλλαγή στην τεχνολογική της βάση. Η μετάβαση από τη χειρωνακτική εργασία στην παραγωγή με μηχανές, που είναι η αντίστοιχη μορφή μέσων εργασίας για τον καπιταλισμό, οδηγεί σε μια ριζοσπαστική αλλαγή της θέσης της άμεσης εργασίας στο σύστημα της παραγωγής. Ο Μαρξ περιγράφει αυτή την επανάσταση ως εξής: “Εδώ η κατάσταση δεν είναι η ίδια όπως με το εργαλείο που ο εργάτης μετατρέπει σε όργανο του σώματος του, δίνοντας του ζωή με τη δική του δεξιότητα και τη δική του δραστηριότητα, και η δυνατότητα προς χρήση εξαρτάται κατά συνέπεια στην δεξιότητα του εργάτη. Τώρα, αντίθετα, η μηχανή, η οποία αντί για τον εργάτη έχει δεξιότητα και δύναμη, είναι η ίδια αυτός ο δεξιοτέχνης που έχει τη δική του ψυχή με τη μορφή των μηχανικών νόμων που λειτουργούν στη μηχανή… Η δραστηριότητα του εργάτη, απομειωμένη σε μια απλή αφαίρεση της δραστηριότητας, είναι ολοκληρωτικά καθορισμένη και ρυθμισμένη από την κίνηση των μηχανών και όχι αντίστροφα” [5,204].

Για τη δημιουργία και την διαχείριση ενός συστήματος μηχανών είναι απαραίτητη η επιστήμη και το κεφάλαιο την τραβά στην σύνθεση των παραγωγικών δυνάμεων. Έτσι, η ιστορικά συγκεκριμένη μορφή της θέσης για την μετατροπή της επιστήμης σε άμεση παραγωγική δύναμη γίνεται: “η επιστήμη μετατρέπεται στην άμεση παραγωγική δύναμη του κεφαλαίου.”

Ποιοί είναι οι λόγοι για την εμπλοκή της επιστήμης στις παραγωγικές δυνάμεις από το κεφάλαιο; Η υπεραξία που εξάγει το κεφάλαιο από την εργασία μπορεί να εξαχθεί με δυο τρόπους: με την εκτατική εκμετάλλευση της εργασίας μέσω της επιμήκυνσης της εργάσιμης μέρας (ή μέσω της αύξησης του αριθμού της εργατικής δύναμης που βρίσκεται υπό τις διαταγές του κεφαλαίου), ή με την εντατική αύξηση της εκμετάλλευσης της εργασίας μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας, η οποία μειώνει το μερίδιο της αναγκαίας εργασίας και αυξάνει το μερίδιο του υπερπροϊόντος στο τελικό προϊόν. Ο πρώτος τρόπος βρίσκει τα φυσικά του όρια στις φυσιολογικές δυνατότητες του εργάτη, και επιπλέον, συναντά την αντίσταση της εργατικής τάξης. Έτσι το κεφάλαιο, παράλληλα με τις εκτατικές μεθόδους απόσπασης υπεραξίας, ξεκινά να ψάχνει για εντατικές μεθόδους. Αυτό απαιτεί μια ορθολογική οργάνωση και βελτίωση όλων των στοιχείων και των συνδέσμων της παραγωγικής διαδικασίας, οι οποίες δεν μπορούν να επιτευχθούν χωρίς την γνώση των αντικειμενικών τους νόμων, δηλαδή, χωρίς την επιστήμη. Έτσι, φτάνουμε στο εξής συμπέρασμα: η μετατροπή της επιστήμης σε άμεση παραγωγική δύναμη του κεφαλαίου συμβαίνει υπό την επήρεια του νόμου της παραγωγής υπεραξίας.

Ο Μαρξ πραγματεύεται την διαδικασία της μετατροπής της επιστήμης σε άμεση παραγωγική δύναμη, η αρχή της οποίας δρομολογήθηκε από το κεφάλαιο, τόσο από τη σκοπιά των άμεσων μορφών της που αναδύονται εντός του πλαισίου της καπιταλιστικής κοινωνίας, όσο και από τη σκοπιά πιο μακροπρόθεσμων ιστορικών προοπτικών για την ανάπτυξη αυτής της διαδικασίας εντός μιας κοινωνίας ελεύθερης από την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και τον ταξικό ανταγωνισμό.

Ποιές θα είναι οι συνέπειες της μετατροπής της επιστήμης σε άμεση παραγωγική δύναμη σε μια κοινωνία ελεύθερη από την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής που βλέπει ο Μαρξ; Πρώτον, η λειτουργία και το περιεχόμενο της άμεσης εργασίας αλλάζει εντός της διαδικασίας της υλικής παραγωγής. Τώρα πλέον ο εργάτης δεν τοποθετεί ένα όργανο της εργασίας σαν ενδιάμεσο σύνδεσμο μεταξύ του εαυτού του και του αντικειμένου· “Τώρα”, γράφει ο Μαρξ, “σαν ενδιάμεσος σύνδεσμος μεταξύ του εαυτού του και της ανόργανης φύσης, επί της οποίας ο εργάτης κυριαρχεί, τοποθετεί τη φυσική διαδικασία, την οποία μετατρέπει σε βιομηχανική διαδικασία. Αντί να είναι ο κύριος δρων της παραγωγικής διαδικασίας, ο εργάτης στέκεται δίπλα της” [10, 213]. Κατά συνέπεια, ο Μαρξ συμπεραίνει: “Η εργασία δεν φαίνεται πλέον σαν εργασία που συμπεριλαμβάνεται στην παραγωγική διαδικασία, αλλά σαν τέτοια εργασία στην οποία, αντίθετα, ο άνθρωπος σχετίζεται με την ίδια την παραγωγική διαδικασία σαν ελεγκτής και ρυθμιστής της” [10, 213]. Η άμεση (“ζωντανή”) εργασία παεί να είναι ο κύριος δρων της υλικής παραγωγής, τώρα οι δυνάμεις της επιστημονικής γνώσης, ενσωματωμένες σε παραγωγικές και τεχνολογικές διαδικασίες, χρησιμοποιούν τις δυνάμεις και τα υλικά της φύσης για να αποκομίσουν ένα χρήσιμο προϊόν.

Δεύτερο, η οικονομική ουσία της άμεσης εργασίας αλλάζει. Ο χρόνος εργασίας δεν αποτελεί πλέον μέτρο του κοινωνικού πλούτου και η ανταλλακτική αξία σαν αποκρυστάλλωση του κόστους του εργάσιμου χρόνου “παύει να είναι μέτρο της αξίας χρήσης” [10, 214]. Η εργασία δεν χρειάζεται πλέον να αποδείξει τον κοινωνικό της χαρακτήρα έμμεσα μέσω της ανταλλαγής αξιών χρήσης διαμεσολαβημέων από την ανταλλακτική αξία (το χρήμα).”Αντίθετα, στην παραγωγική διαδικασία της βιομηχανίας μεγάλης κλίμακας…η εργασία του ατόμου στο (εργατικά) άμεσο ειναι προσδιορίζεται σαν ατομική εργασία που έχει αρθεί, δηλαδή προσδιορίζεται σαν κοινωνική εργασία. Έτσι, η άλλη βάση αυτού του τρόπου παραγωγής επίσης εξαφανίζεται” [10, 218]. Το μέτρο της αξίας χρήσης είναι τώρα η κοινωνική ανάγκη, η οποία, όπως η παραγωγική διαδικασία, είναι τώρα κάτω από τον έλεγχο του “δημόσιου λόγου” [10, 218].

Τρίτο, ο καταμερισμός της εργασίας σε αναγκαία και πλεονάζουσα εργασία εξαφανίζεται και την ίδια στιγμή η προηγούμενη ανταγωνιστική μορφή της παραγωγής του κοινωνικού πλούτου εξαλείφεται, όταν η υπερεργασία της πλειονότητας αποτελούσε την υλική βάση για τον ελεύθερο χρόνο της μειονότητας, η οποία μπορούσε να αναπτύξει τις “γενικές δυνάμεις του ανθρώπινου κεφαλιού” και όταν η παραγωγή κοινωνικού πλούτου στη μια πλευρά της κοινωνίας ακολουθούνταν από τη δημιουργία της φτώχειας στην άλλη. Όλα τα μέλη της κοινωνίας εμπλέκονται στην αναγκαία και πλεονάζουσα εργασία, στην αναπαραγωγική και παραγωγική (δημιουργική) δραστηριότητα, έχει ανακύψει η δυνατότητα για την ελεύθερη ανάπτυξη των ατόμων, “και άρα, όπως προβλέπει ο Μαρξ, δεν υπάρχει μείωση στον αναγκαίο χρόνο εργασίας προς όφελος του προσδιορισμού της υπερεργασίας, αλλά γενικά η μείωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας της κοινωνίας στο ελάχιστο, που αντιστοιχεί πλέον στην καλλιτεχνική, επιστημονική κλπ ανάπτυξη των ατόμων στον χρόνο που ελευθερώνεται και με τα μέσα που παράχθηκαν για όλους. 10,214.

Τέταρτο, και πιο σημαντικό, ο Μαρξ πιστεύει ότι μια τέτοια ριζική αλλαγή των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας με τη συνένωση των υλικών και πνευματικών παραγωγικών δυνάμεων και τη διαμόρφωση μιας “καθολικής παραγωγικής δύναμης”, η οποία, αφού θα έχει τεθεί υπό τον έλεγχο του ανθρώπου, θα οδηγήσει τελικά σε μια κατάσταση όπου η ανάπτυξη του κοινωνικού πλούτου δεν θα λαμβάνει χώρα εις βάρος του κοινωνικού ατόμου, αλλά στη βάση της ανάπτυξης του (11).

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μαρξ κάνει αυτές τις προβλέψεις για τις πιθανές συνέπειες της μετατροπής της επιστήμης σε άμεση παραγωγική δύναμη μέσω της σύγκρισης της οπτικής του με την εικόνα της μελλοντικής κοινωνίας που είχαν φτιάξει οι ουτοπικοί σοσιαλιστές Σ. Φουριέ και Ρ. Όουεν, οι οποίοι αναφέρονται στις ίδιες σελίδες του χειρόγραφου του Μαρξ.

ΙΙΙ

Η μετατροπή της επιστήμης σε άμεση παραγωγική δύναμη όμως δεν θα συντελεστεί σε κάποιο λαμπρό μέλλον, έχει ήδη αρχίσει εντός του πλαισίου της καπιταλιστικής παραγωγής. Πώς εξελίσσεται αυτή η διαδικασία μεταμόρφωσης και σε τί αποτελέσματα οδηγεί;

Ο Μαρξ προχώρησε σε περαιτέρω ανάλυση της διαδικασίας μετατροπής της επιστήμης στην παραγωγική δύναμη του κεφαλαίου, η ανακάλυψη της οποίας έγινε στα “Οικονομικά χειρόγραφα 1858-1861”, στα “Οικονομικά Χειρόγραφα 1861-1863”. Ο Μαρξ συνδέει την μετατροπή της επιστήμης στην παραγωγική δύναμη του κεφαλαίου με τα στάδια της τυπικής και ουσιαστικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο, τα οποία στάδια συνδέονται με τη σειρά τους με την εξαγωγή από το κεφάλαιο απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Ποιά είναι η ουσία αυτών των σταδίων;

Η φύση της απόλυτης υπεραξίας “…δεν προϋποθέτει τίποτα άλλο,” γράφει ο Μαρξ, “παρά τέτοια φυσική παραγωγικότητα, δηλαδή μια τέτοια παραγωγικότητα της εργασίας που έχει ανακύψει φυσικά, που να επιτρέπει να μην χρειάζεται όλος ο (δυνατός)(ημερήσιος) χρόνος εργασίας ενός ατόμου για να συντηρήσει τον εαυτό του ή για να αναπαράξει την εργατική του δύναμη” [7,3]. Κάθε κοινωνία που βασίζεται στην εκμετάλλευση της εργασίας παρασιτεί πάνω σε αυτή τη φυσική παραγωγικότητα της εργασίας, στη δυνατότητα της να παράγει περισσότερο από ότι είναι αναγκαίο για την αναπαραγωγή του ίδιου του εργάτη (12). Ο καπιταλισμός αρχικά διαφέρει από την δουλεία και την φεουδαρχία μόνο στη μέθοδο εξαγωγής και ιδιοποίησης της απόλυτης υπεραξίας. Αν οι προκαπιταλιστικοί τρόποι παραγωγής χρησιμοποιούν μη οικονομικές μεθόδους καταναγκασμού για να εξάγουν υπεραξία, ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί την οικονομική μέθοδο, τη μέθοδο του χρήματος -τη μέθοδο της αγοράς και πώλησης της εργατικής δύναμης, η οποία υποθέτει ότι ο εργάτης, σαν ιδιοκτήτης της εργατικής του δύναμης, “συναντά, σαν πωλητής της προσωρινής της χρήσης, τον καπιταλιστή που έχει χρήμα· και οι δυο τους λοιπόν, συναντιούνται ως ιδιοκτήτες εμπορευμάτων, σαν πωλητής και αγοραστής, και έτσι και οι δυο είναι τυπικά ελεύθερα άτομα…”[7,5]. Όμως αυτή η τυπική ελευθερία κρύβει μια πραγματική εξάρτηση. Ο εργάτης πουλάει την εργασία του επειδή έχει αποστερηθεί τα μέσα παραγωγής τα οποία ανήκουν στο κεφάλαιο.

Η χειροτεχνία και η μανιφακτούρα αποτελούν την τεχνολογική βάση της καπιταλιστικής παραγωγής στο στάδιο της τυπικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο. Τί συμβαίνει στην επιστήμη στο στάδιο της τυπικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο; Σε αυτή την περίοδο, η επιστήμη και οι τεχνικές ανακαλύψεις διαμορφώνονται σαν προϋποθέσεις για τις παραγωγικές δυνάμεις του κεφαλαίου (13). Ο Μαρξ γράφει: “Η πυρίτιδα, η πυξίδα και η τυπογραφία είναι οι τρεις μεγάλες ανακαλύψεις που προηγούνται της αστικής κοινωνίας. Η πυρίτιδα ανατινάζει την ιπποσύνη, η πυξίδα ανοίγει την παγκόσμια αγορά και εγκαθιδρύει αποικίες και η τυπογραφία γίνεται όργανο του Προτεσταντισμού και, γενικά, ένα μέσο για την αναβίωση της επιστήμης, ο πιο ισχυρός μοχλός για τη δημιουργία των απαραίτητων προϋποθέσεων για την πνευματική ανάπτυξη” [11, 418].

Οι εφευρέσεις και η πρώτη χρήση των μηχανών στην παραγωγική διαδικασία πυροδοτούν την ανάπτυξη της επιστημονικής θεωρίας. Γράφει ο Μαρξ σχετικά με αυτή τη σύνδεση μεταξύ της παραγωγής και της επιστήμης σε αυτό το στάδιο: “Και ο νερόμυλος και το ρολόι είναι δυο μηχανές κληροδοτημένες από το παρελθόν, η ανάπτυξη των οποίων στην εποχή της μανουφακτούρας προετοιμάζει την εποχή των μηχανών… Στο νερόμυλο τα βασικά στοιχεία των μηχανών είναι ήδη παρόντα, το ένα δίπλα στο άλλο σε μια περισσότερο ή λιγότερο ανεπτυγμένη μορφή: κινητική ισχύς· ο κινητήρας, που παίρνει κίνηση από την κινητική δύναμη· ο μηχανισμός μετάδοσης – γρανάζια, μοχλοί, δόντια κλπ – που βρίσκεται μεταξύ του κινητήρα και του εργαλείου.

Τα ρολόγια δημιουργούνται από τις τέχνες και τις τεχνικές, μαζί με τη μόρφωση, που σημάδεψαν την αυγή της αστικής κοινωνίας. Προϊδεάζουν για το αυτόματο και την αυτόματη κίνηση που θα χρησιμοποιηθεί στην παραγωγή. Χέρι χέρι με την ιστορία τους προχωράει η ιστορία της θεωρίας της ομαλής κίνησης. Τί θα γινόταν χωρίς ρολόγια σε μια εποχή που το κόστος των αγαθών, και κατά συνέπεια ο εργάσιμος χρόνος που χρειάζεται για την παραγωγή τους, είναι αποφασιστικής σημασίας; [11, 418]. Ο καπιταλισμός ξεκινά την ανάπτυξη του από ιστορικά καθορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων η επιστήμη είναι ένα “καθολικό πνευματικό προϊόν της κοινωνικής ανάπτυξης” [7, 39].

Αυτή η εποχή του πρώιμου καπιταλισμού συνεισέφερε στην αναγνώριση της κοινωνικής σημασίας της επιστήμης και της εκπαίδευσης και πυροδότησε μια εκπαιδευτική λατρεία του λόγου. Σε αντιστοιχία με την νέα κατανόηση του ρόλου της επιστήμης και της εκπαίδευσης στην ζωή της κοινωνίας, η θεσμική τους οργάνωση αλλάζει. Ανακύπτουν επιστημονικές ακαδημίες και νέα Ευρωπαϊκά πανεπιστήμια (ένα παράδειγμα ειναι το Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, που αναδιαρθρώθηκε σύμφωνα με το σχέδιο του Χούμπολτ) σαν θεσμοί για την παραγωγή και τη διάδοση της επιστημονικής γνώσης (14). Οι πρακτικοί Άγγλοι ήταν οι πρώτοι που κατάλαβαν ότι η γνώση είναι δύναμη και επεξεργάστηκαν το πρόγραμμα της μεγάλης αποκατάστασης των επιστημών. Ο Καντ τεκμηρίωσε εξαντλητικά την αυτονομία του θεωρητικού λόγου και το πανεπιστήμιο σαν τον χώρο της δημόσιας εφαρμογής του.

Στο πρώτο στάδιο, η συμπερίληψη της επιστήμης στις παραγωγικές δυνάμεις στην ουσία δεν κοστίζει τίποτα στο κεφάλαιο. Χρησιμοποιεί τους καρπούς της προηγούμενης ιστορικής εξέλιξης, στην οποία ανακαλύπτει ιδιότητες χρήσιμες για την παραγωγή της υπεραξίας. Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο καπιταλισμός, συγκριτικά με τους προηγούμενους τρόπους παραγωγής, επιτυγχάνει μια σημαντική αύξηση την υλική παραγωγή όχι μόνο εξαιτίας της πιο αποδοτικής εκμετάλλευσης της εργασίας. Σε αντίστοιχο βαθμό αυτό το αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με την συμπερίληψη στις παραγωγικές δυνάμεις συντελεστών που δεν χρησιμοποιούνταν (ή χρησιμοποιούνταν μόνο σποραδικά) από τους προηγούμενους τρόπους παραγωγής. Σημειώνει λοιπόν ο Μαρξ: “Ο καταμερισμός της εργασίας και ο συνδυασμός της στη διαδικασία της παραγωγής είναι ενας μηχανισμός που δεν κοστίζει τίποτα στον καπιταλιστή. Ο καπιταλιστής πληρώνει μόνο για τις ατομικές εργατικές δυνάμεις και όχι για το συνδυασμό τους, όχι για την κοινωνική δύναμη της εργασίας. Μια άλλη παραγωγική δύναμη που επίσης δεν κοστίζει τίποτα στον καπιταλιστή είναι η δύναμη της επιστήμης. Ακόμη παραπέρα, η αύξηση του πληθυσμού είναι μια ακόμη παραγωγική δύναμη που δεν κοστίζει τίποτα. Αλλά μόνο ως αποτέλεσμα της κατοχής κεφαλαίου – και ειδικά στην μορφή ενός συστήματος μηχανών – μπορεί ο καπιταλιστής να ιδιοποιηθεί για τον εαυτό του αυτές τις δωρεάν παραγωγικές δυνάμεις: τόσο τον κρυφό φυσικό πλούτο και τις φυσικές δυνάμεις, όσο και όλες τις κοινωνικές δυνάμεις της εργασίας που αναπτύσσονται μαζί με την αύξηση του πληθυσμού και την ιστορική ανάπτυξη της κοινωνίας” [11, 537]. Η χρήση αυτών των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνικής εργασίας και της επιστήμης, η οποία “υποτάσει τις δυνάμεις της φύσης στην άμεση παραγωγική διαδικασία: τον άνεμο, το νερό, τον ατμό, τον ηλεκτρισμό” και συνεπώς τις μετατρέπει επίσης σε “δρώντες της κοινωνικής εργασίας” [11, 553].

Το δεύτερο στάδιο της μετατροπής της επιστήμης σε άμεση παραγωγική δύναμη συνδέεται με αυτό που ο Μαρξ αποκαλεί το στάδιο της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο. Ποιά είναι η ουσία αυτού του σταδίου; Από μια οικονομική σκοπιά, αυτή είναι η μετάβαση του κεφαλαίου στην απόσπαση σχετικής υπεραξίας, στην εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης μέσω της μείωσης του ποσοστού της αναγκαίας εργασίας και της αύξησης του ποσοστού της υπερεργασίας στο τελικό προϊόν. Τεχνολογικά, αυτό το στάδιο συνδέεται με την μετάβαση στην παραγωγή με μηχανές και στην εργοστασιακή οργάνωση της εργασίας και στη συνέχεια στην αυτοματοποιημένη παραγωγή. Ένα νέο στάδιο ξεκινά στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αν το κεφάλαιο προηγουμένως στηριζόταν στις ιστορικά ανεπτυγμένες κοινωνικές δυνάμεις της εργασίας και την επιστήμη σαν προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του, τώρα τις προσδιορίζει σαν αποτέλεσμα τις δικής του δράσης. Συμπεριλαμβάνονται στην διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής. Η επιστήμη, έχοντας συμπεριληφθεί στα βασικά μέσα παραγωγής, λαμβάνει απευθείας επενδύσεις από το κεφάλαιο. Βέβαια αυτό ισχύει για αυτή την επιστημονική έρευνα και την εφαρμογή που δεν απαιτεί την αφαίρεση κεφαλαίων για σημαντικό χρονικό διάστημα και που τα οικονομικά αποτελέσματα της εύκολο να προβλεφθούν (πράγμα που δεν ισχύει για την βασική και διερευνητική έρευνα). Το κεφάλαιο προτιμά να μετακυλήει τέτοια έξοδα στον κρατικό προϋπολογισμό.

Γενικά, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε αυτό το στάδιο παίρνει την εξής μορφή: “Η επιστήμη, σαν ένα καθολικό πνευματικό προϊόν της κοινωνικής ανάπτυξης, εμφανίζεται εδώ επίσης σαν κάτι που είναι άμεσα εμπλεκόμενο στο κεφάλαιο (και η εφαρμογή της σαν επιστήμη αποσπασμένη από τη γνώση και τις δεξιότητες του ατομικού εργάτη, στην διαδικασία της υλικής παραγωγής ανακύπτει μόνο μέσω του κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας), σαν δύναμη της φύσης και σαν τη φυσική δύναμη της ίδιας της κοινωνικής εργασίας. Η γενική ανάπτυξη της κοινωνίας ως τέτοιας, αφού ως προς την εργασία αυτή η ανάπτυξη γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από το κεφάλαιο, ως προς την εργασία λειτουργεί σαν παραγωγική δύναμη του κεφαλαίου, και επίσης εμφανίζεται σαν ανάπτυξη του κεφαλαίου, και όσο περισσότερο αναπτύσσεται τόσο περισσότερο εμφανίζεται ως τέτοια, τόσο γίνεται η καταστροφή της εργατικής δύναμης, τουλάχιστον της μεγάλης μάζας της” [11, 39]. Η επιστήμη λαμβάνει κολοσιαία οικονομικά κίνητρα για την ανάπτυξη της, αλλά αυτή η ανάπτυξη διατηρεί μια ανταγωνιστική μορφή [13]. Το διανοητικό περιεχόμενο της εργασίας αυξάνεται, η παραγωγή μετατρέπεται σε μια τεχνολογική εφαρμογή της επιστήμης, το επιστημονικό και τεχνολογικό προσωπικό και αντιπρόσωποι των εργαζόμενων τάξεων σχηματίζουν έναν “συνολικό εργάτη” υπό τις διαταγές του κεφαλαίου. Όμως, η διανοητικοποίηση της εργασίας αφορά ένα ασήμαντο ποσοστό της εργατικής τάξης, το οποίο αποτελεί την “εργατική αριστοκρατία”.

Την ίδια στιγμή, “… με την ανάπτυξη του συστήματος των μηχανών”, γράφει ο Μαρξ, “οι συνθήκες της εργασίας όλο και περισότερο δρουν σαν δυνάμεις που κυριαρχούν στην εργασία και τεχνολογικά· και την ίδια στιγμή αντικαθιστούν την εργασία, την καταπιέζουν, την καθιστούν περιττή στις ανεξάρτητες μορφές της”, η επιστήμη και η τεχνολογία, σαν δυνάμεις του κεφαλαίου, εναντιώνονται στον εργαζόμενο λαό και η ανάπτυξη τους εμφανίζεται σαν “μια τέτοια πράξη του κεφαλαίου, που όχι μόνο αδιαφορεί για τον ατομικό εργάτη, αλλά στρέφεται εναντίον του” [11,36,37]. Μια όλο και μεγαλύτερη μάζα ανθρώπων σπρώχνεται έξω από τη σφαίρα της υλικής παραγωγής, οι οποίοι, την ίδια στιγμή, δεν βρίσκουν απασχόληση σε κάποιο άλλο κοινωνικά σημαντικό τομέα δραστηριότητας και αυτό ενισχύει έναν μη-κοινωνικό τύπο συμπεριφοράς. Ο ελεύθερος χρόνος δεν γεμίζει με δραστηριότητες που στοχεύουν στην προσωπική ανάπτυξη, αλλά με διασκέδαση, για την οποία δημιουργείται μια ολόκληρη βιομηχανία.

Η επιστήμη, μπαίνοντας στην τροχιά της δράσης των αντιθέσεων της καπιταλιστικής παραγωγής, γίνεται η ίδια φορέας αυτών των αντιθέσεων. Γράφει ο Μαρξ: ” Η επιστήμη καλείται να είναι ένα μέσο παραγωγής πλούτου, ένα μέσο πλουτισμού” [11, 553-554]. Μια τέτοια αλλαγή στο σκοπό της επιστήμης αναπόφευκτα επηρεάζει τα κίνητρα και την δραστηριότητα κάποιων επιστημόνων, οι οποίοι ξεκινούν να δρούν σύμφωνα με τη λογική του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. “Οι άνθρωποι της επιστήμης”, σημειώνει ο Μαρξ, “επειδή οι φυσικές επιστήμες χρησιμοποιούνται από το κεφάλαιο σαν μέσο πλουτισμού και με αυτό τον τρόπο γίνονται οι ίδιοι μέσο πλουτισμού για αυτούς που αναπτύσουν την επιστήμη, ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλο στην αναζήτηση πρακτικών εφαρμογών για αυτές τις επιστήμες. Από την άλλη, ο εφευρέτης γίνεται ένα ειδικό επάγγελμα” [11, 556].

Η μεγάλης κλίμακας εκμετάλλευση της επιστήμης από το κεφάλαιο οδηγεί σε μια αλλαγή στον αξιακό-κοσμοθεωρητικό προσανατολισμό της επιστήμης. Η γνώση για το κεφάλαιο είναι ένα εργαλείο, ένα εργαλείο για να επιτύχει τους δικούς του στόχους. Κάτω από την επιρροή αυτής της εργαλειακής λογικής στην επιστήμη λαμβάνει χώρα μια “πραγματιστική στροφή” των βασικών της προσανατολισμών. “Μόνο στον καπιταλισμό”, γράφει ο Μαρξ, “η φύση γίνεται απλά ένα αντικείμενο για τον άνθρωπο, απλά ένα χρήσιμο πράγμα· δεν αναγνωρίζεται πλέον σαν μια αυτόνομη δύναμη, και η θεωρητική γνώση των νόμων της λειτουργεί μόνο ως ένα τέχνασμα που σκοπό έχει να καθυποτάξει τη φύση στις ανθρώπινες ανάγκες, είτε σαν μέσο προς κατανάλωση είτε σαν μέσο παραγωγής” 5,387. Το σύγχρονο κεφάλαιο πάει ακόμη πιο πέρα, επιδιώκοντας να καθυποτάξει στις ανάγκες του όχι μόνο την εξωτερική φύση, αλλά και τη φύση του ίδιου του ανθρώπου, χρησιμοποιώντας τις μεθόδους της φιλελεύθερης ευγονικής.

Η επιστήμη, αφού το κεφάλαιο την συμπεριέλαβε στη σύνθεση των παραγωγικών του δυνάμεων, υπόκειται όλο και περισσότερο όχι στην έμφυτη λογική της αναζήτησης της αλήθειας, αλλά εστιάζει στο να αποκομίσει εφαρμοσμένη (τεχνική και τεχνολογική) γνώση που θα δίνει στο κεφάλαιο συγκριτικά πλεονεκτήματα και την δυνατότητα εξαγωγής μονοπωλιακών κερδών. Ανακύπτει ένα είδος συμβίωσης της θεωρητικής και της ωφελιμιστικής-εφαρμοσμένης γνώσης, το οποίο έχει ονομαστεί “τεχνοεπιστήμη” από τους σύγχρονους ερευνητές της επιστήμης [14,19]. Μαζί με τους μέχρι τώρα θεσμούς για την παραγωγή της επιστημονικής γνώσης (ακαδημίες, πανεπιστήμια), τα οποία διατηρούν κάποια σχετική αυτονομία (αν και τα όρια αυτής γίνονται όλο και πιο ασταθή), υπάρχουν επιστημονικά κέντρα, εργαστήρια, σχεδιαστικά γραφεία, τεχνολογικά πάρκα ενσωματωμένα στη δομή των μεγάλων επιχειρήσεων και λειτουργώντας σύμφωνα με τους νόμους των επιχειρήσεων και κάτω από επιχειρηματική ηγεσία.

Τα προϊόντα της επιστημονικής και τεχνολογικής σκέψης ενδύονται τη μορφή της ιδιοκτησίας (ευρεσιτεχνίες, πιστοποιητικά δικαιωμάτων) που ονομάζεται διανοητική. Αυτή η μορφή βρίσκεται σε αντίθεση με την καθολική άμεση κοινωνική φύση της επιστημονικής γνώσης και μόνο παρεμποδίζει την διανοητική ανάπτυξη της ανθρωπότητας, υπηρετώντας τα συμφέροντα του κεφαλαίου, το οποίο πολύ συχνά αποκαλύπτεται ότι είναι ο ιδιοκτήτης των δικαιωμάτων της πνευματικής ιδιοκτησίας.

Ξεχωριστής πραγμάτευσης χρήζει το ζήτημα της στρατιωτικοποίησης της επιστημονικής έρευνας, η οποία οδηγεί όχι μόνο στην δημιουργία ολοκαίνουριων μέσων για την καταστροφή της ζωής συνολικά, αλλά και σε μια κολοσσιαία σπατάλη των υλικών και διανοητικών πόρων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν προς όφελος του ανθρώπου.

Σύμφωνα με οικονομοκεντρικά σχέδια, το εκπαιδευτικό σύστημα αναδιαμορφώνεται, και σε μεγάλο βαθμό γίνεται επί πληρωμή και εστιάζει στην αγορά εργασίας, η οποία βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο του κεφαλαίου. Η επιστήμη και η εκπαίδευση, που αποτελούν καθολικά πνευματικά προϊόντα της κοινωνικής ανάπτυξης και κατά συνέπεια, από τη φύση τους, αποτελούν κοινό αγαθό, στριμώχνονται στην κατηγορία των “υπηρεσιών” και παρουσιάζονται ως ένα είδος “διανοητικού κεφαλαίου, το κύριο πλεονέκτημα του οποίου είναι ότι υποθετικά μπορεί και πρέπει να μετατραπεί σε υλικό κεφάλαιο (16).

Η ανάπτυξη της επιστήμης στην σύγχρονη κοινωνία διεξάγεται με μια ανταγωνιστική μορφή. Η επιστήμη στην ουσία της ειναι μια “καθολική κοινωνική παραγωγική δύναμη”, η ενσάρκωση της καθολικής (δημιουργικής) εργασίας, στην οποία λαμβάνει χώρα η “δημιουργική ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας” [7, 21]. Αλλά, μετατρεπόμενη στην παραγωγική δύναμη του κεφαλαίου, η επιστήμη αποκαλύπτεται επίσης ως μια δύναμη καταστροφής. Ο αντιεπιστημονισμός και η τεχνοφοβία είναι δεν εμφανίζονται από το πουθενά στην σύγχρονη κοινωνία. Όμως η αρνητική τους στάση απέναντι στην επιστήμη και την τεχνολογική πρόοδο είναι θεμελιακά λάθος, αφού το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην επιστήμη και την τεχνολογία ως τέτοιες, αλλά στην διεστραμμένη κοινωνική μορφή εντός της οποίας συντελείται προς ώρας η ανάπτυξη τους.

Η ανάλυση της επιστημονικής κληρονομιάς του Κ. Μαρξ δείχνει ότι η ανακάλυψη της μετατροπής της επιστήμης σε άμεση παραγωγική δύναμη έχει έναν συγκεκριμένο ιστορικό χαρακτηρα. Θεμελίωσε την μεταμόρφωση της επιστήμης στην παραγωγική δύναμη του κεφαλαίου, η οποία λαμβάνει χώρα υπό την επιρροή του νόμου της παραγωγής υπεραξίας. Η συμπερίληψη της επιστήμης σαν καθολικού διανοητικού προϊόντος της ανάπτυξης της κοινωνίας στην σύνθεση των παραγωγικών δυνάμεων της υλικής παραγωγής αυξάνει σημαντικά τις παραγωγικές δυνάμεις, ανοίγει την προοπτική της υπέρβασης του χωρισμού της εργασίας σε φυσική και διανοητική, της απελευθέρωσης του άνθρωπο από τα δεσμά της ανιαρής, μη δημιουργικής εργασίας και της χρήσης του ελεύθερου χρόνου για την ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας. Όμως αυτή η τάση στην ανάπτυξη της κοινωνίας και της επιστήμης μόλις τώρα σπάει το κέλυφος των σχέσεων της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και των ιδιοτελών συμφερόντων.

Στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κοινωνίας, η συμπερίληψη της επιστήμης στις παραγωγικές δυνάμεις οδηγεί σε μια διπλή μεταμόρφωση. Στην αυγή της διαμόρφωσης του καπιταλισμού, η επιστήμη μετακινείται από τη σφαίρα των ιδιωτικών, στενά επαγγελματικών δραστηριοτήτων και συμφερόντων στην σφαίρα των δημόσιων-κρατικών συμφερόντων, και τυγχάνει αναγνώρισης σαν ένας αυτόνομος και κοινωνικά σημαντικός θεσμός που υπηρετεί τη διαφώτιση και την πρόοδο της κοινωνίας. Αυτό είναι το στάδιο της τυπικής υπαγωγής της επιστήμης στο κεφάλαιο.

Αλλά στο στάδιο της ουσιαστικής υπαγωγής της στο κεφάλαιο, το κοινωνικό στάτους και ο σκοπός της επιστήμης αλλάζουν. Μετατρέπεται σε ένα όργανο της εξουσίας του κεφαλαίου επί την κοινωνίας. Από μια δύναμη που απελευθερώνει τον άνθρωπο μετατρέπεται σε δύναμη που τον καθυποτάσσει, τον προγραμματίζει, τον ελέγχει και είναι διατεθειμένη ακόμη και να του αλλάξει την καθολική του ουσία για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των ιδιωτών ιδιοκτητών. Η αντίθεση μεταξύ της ουσίας της επιστήμης σαν ένα καθολικό πνευματικό προϊόν της ανάπτυξης της κοινωνίας και της μεταμορφωμένης μορφής ύπαρξης της σαν ένα όργανο του κεφαλαίου φτάνει σε ένα ακραίο βαθμό έντασης και είναι ακόμη άγνωστο πως θα επιλυθεί αυτή η αντίθεση.

Σημειώσεις

  1. Σε ένα έργο χρονικά κοντά στη Γερμανική Ιδεολογία, ο Μαρξ και ο Ενγκελς έγραφαν: “Η αστική τάξη αφαίρεσε το φωτοστέφανο απ’ όλα τα ως τότε αξιοσέβαστα επαγγέλματα που τα αντίκριζαν με θρησκευτική ευλάβεια. Το γιατρό, τo νομικό, τov παπά, τον ποιητή, τον άνθρωπο της επιστήμης, τους μετέτρεψε σε μισθωτούς εργάτες της. [2, 427]
  2. Αυτο το κριτήριο μπορεί επίσης να εφαρμοστεί σε σχέση με την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της δραστηριότητας των υποκειμένων της πνευματικής παραγωγής. Ένα λαμπρό παράδειγμα τέτοιας ανάλυσης και αξιολόγησης βρίσκεται στο έργο του Β. Ι. Λένιν “Ο Λέον Τολστόι σαν καθρέφτης της Ρωσικής Επανάστασης”. Μετά το Λένιν, ζωντανά παραδείγματα της εφαρμογής μιας τέτοιας μεθοδολογίας και μιας εξήγησης των αρχών της μπορούν να βρεθούν στα έργα του Μ. Α. Λίφσιτζ (συγκεκριμένα στην αναφορά “Δημοφιλία της τέχνης και η πάλη των τάξεων” [3, 245-294[).
  3. Για περισσότερες πληροφορίες στην αντίληψη του Μαρξ για την ιστορική συνέχεια δες [4].
  4. Αργότερα, ο Μαρρξ αναφέρεται ξανά σε αυτή τη σκέψη: “Έτσι, η καπιταλιστική παραγωγή είναι εχθρική απέναντι σε συγκεκριμένους κλάδους της πνευματικής παραγωγής, όπως η τέχνη και η ποίηση. Αν δεν το λάβουμε αυτό υπόψη μας μπορούμε να πέσουμε στην πλάνη των γάλλων του 18ου αιώνα, που την διακωμώδησε επιτυχημένα ο Λέσινγκ. Αφού έχουμε πάει τόσο μακρύτερα από τους αρχαίους στη μηχανική κλπ, γιατί δεν φτιάχνουμε το δικό μας έπος; Και τώρα, αντί για την Ηλιάδα, εμφανίζεται η Ανριάδα [6, 280]
  5. Ο Μαρξ (ακολουθώντας τον Χέγκελ) κατανοεί την επιστημονική έρευνα σαν μια διαδικασία, στην οποία οι κατηγορίες της επιστήμης εκφράζουν τους ουσιώδεις προσδιορισμούς της διαμόρφωσης και της εξέλιξης του ίδιου του αντικειμένου της έρευνας. Αυτή η κατανόηση είναι διαφορετική από την Καντιανή μεθολογία της γνώσης, για την οποία οι κατηγορίες είναι τα εργαλεία του μυαλού μας, τα οποία συνθέτουν το υλικό της ευαισθησίας και δημιουργούν ένα αφηρημένο μοντέλο του φαινομένου, πίσω από το οποίο βρίσκεται μια οντότητα απροσπέλαστη από τη γνώση μας – το πράγμα καθ’ εαυτό. Μερικές φορές αυτή η Καντιανή μεθοδολογία κατανοείται μεταφορικά, σύμφωνα με την οποία οι έννοιες της επιστήμης είναι η “σκαλωσιά” της επιστημονικής γνώσης. Η “ξυλεία” αυτή χτίζει το κέλυφος του αντικειμένου, μας δίνει ένα αδρό μοντέλο του, το οποίο στη συνέχεια προσπαθούμε να μετατρέψουμε σε λειτουργία προκειμένου να ανιχνεύσουμε φαινόμενα παρόμοια με τα φαινόμενα της ζωής του αντικειμένου της έρευνας.
  6. “Η παραγωγικότητα του κεφαλαίου”, γράφει ο Μαρξ, “ακόμη κι αν λάβουμε υπόψη μας μόνο την τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, συνίσταται πρωταρχικά στην παρόρμηση για υπερεργασία, για περισσότερη εργασία από όση είναι απαραίτητη για την κάλυψη των άμεσων αναγκών. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μοιράζεται αυτό τον καταναγκασμό με τους προηγούμενους τρόπους παραγωγής, αλλά το κάνει με έναν τρόπο που είναι πιο ευνοϊκός για την παραγωγή” [7, 35]
  7. Εδώ, σύμφωνα με το Μαρξ, υπάρχει μια ευθέως ανάλογη σχέση: “Όσο μεγαλύτερη η παραγωγική δύναμη της εργασίας, τόσο μεγαλύτερος ο αριθμός των μη εργαζόμενων σε σύγκριση με τους εργαζόμενους, και όσο μεγαλύτερος ο αριθμός των εργαζόμενων που δεν εμπλέκονται στην παραγωγή των απαραίτητων μέσων συντήρησης ή δεν εμπλέκονται καθόλου στην υλική παραγωγή, ή, τελικά, τόσο μεγαλύτερος ο αριθμός των ατόμων που είτε άμεσα αποτελούν την ομάδα των ιδιοκτητών του υπερπροϊόντος, ή επίσης ο αριθμός των ατόμων που δεν δουλεύουν είτε υλικά είτε πνευματικά, αλλά παρέχουν “υπηρεσίες”, προς αμοιβή των οποίων οι ιδιοκτήτες του υπερπροϊόντος τους δίνουν ένα μέρος από αυτό” [7, 4]
  8. Η “στενή” κατανόηση των παραγωγικών δυνάμεων, όταν συμπεριλαμβάνουν μόνο τα αντικείμενα της εργασίας, τα μέσα της εργασίας και την ίδια την εργασία, βασίζεται στην άρρητη απομείωση της παραγωγικής διαδικασίας στην εργασιακή διαδικασία, πράγμα που είναι μια υπεραπλούστευση της παραγωγικής διαδικασίας.
  9. “By labor power, or the ability to work, we understand the totality of physical and spiritual abilities possessed by the organism, the living personality of a person, and which are put into action by him whenever he produces any use values” [9 , With. 178].
  10. “Ως εργασιακή δύναμη, ή δυνατότητα προς εργασία, κατανοούμε των σύνολο των φυσικών και πνευματικών δυνατοτήτων που διαθέτει ο οργανισμός, η ζωντανή προσωπικότητα ενός ατόμου, και τα οποία μπαίνουν σε δράση από αυτό κάθε φορά που παράγει αξίες χρήσης” [9, 178]
  11. Αλλού ο Μαρξ περιγράφει ως εξής την απελευθέρωση από το “ζυγό της εργασίας”: “´Οσο αναπτύσσεται αυτή η αντίθεση, τόσο γίνεται ξεκάθαρο ότι η αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων δεν μπορεί πλέον να είναι αλυσοδεμένη στην ιδιοποίηση της υπεραξίας ενός άλλου ανθρώπου και ότι οι εργαζόμενες μάζες πρέπει οι ίδιες να ιδιοποιηθούν την υπερεργασία τους. Όταν ξεκινήσουν να το κάνουν αυτό -και έτσι όταν ο ελεύθερος χρόνος πάψει να υπάρχει σε ανταγωνιστική μορφή- τότε, από τη μια, οι ανάγκες του κοινωνικού ατόμου θα γίνουν το μέτρο του αναγκαίου χρόνου εργασίας, και από την άλλη, η ανάπτυξη της κοινωνικής παραγωγικής δύναμης θα κινηθεί τόσο ραγδαία που ακόμα και αν η παραγωγή θα υπολογίζεται για τον πλούτο όλων, ο ελεύθερος χρόνος όλων θα αυξηθεί. Γιατί ο πραγματικός πλούτος είναι η ανεπτυγμένη παραγωγική δύναμη όλων των ατόμων. Τότε το μέτρο του πλούτου δεν θα είναι πια ο χρόνος εργασίας αλλά ο ελεύθερος χρόνος. Ο χρόνος εργασίας σαν μέτρο του πλούτου προϋποθέτει ότι ο πλούτος ο ίδιος στηρίζεται στην φτώχεια και ότι ο ελεύθερος χρόνος υπάρχει μόνο στην μορφή του αντίθετου του χρόνου υπερεργασίας και εξαιτίας αυτής της αντίθεσης, ή λόγω στον προσδιορισμό του συνολικού χρόνου του ατόμου σαν εργάσιμου χρόνου και κατά συνέπεια λόγω της απομείωσης αυτού του ατόμου μόνο σε εργάτη, λόγω της υποταγής του στο ζυγό της εργασίας” [10,217]
  12. Να πως το γράφει ο ίδιος ο Μαρξ: “Σε αυτή τη μεταμόρφωση, η κύρια βάση της παραγωγής και του πλούτου δεν είναι η άμεση εργασία που πραγματοποιεί το άτομο, και όχι ο χρόνος στον οποίο δουλεύει, αλλά η ιδιοποίηση την δικής του καθολικής παραγωγικής δύναμης, η κατανόηση του της φύσης και η κυριαρχία του επί αυτής σαν το αποτέλεσμα της ύπαρξης του σαν κοινωνικός οργανισμός, με μια λέξη, η ανάπτυξη ενός κοινωνικού ατόμου” [10, 213-214]
  13. “Η μορφή υπερεργασίας που εξετάζουμε εδώ”, γράφει ο Μαρξ,”η επιπλέον εργασία πέραν του αναγκαίου χρόνου εργασίας, συνυπάρχει στο κεφάλαιο με όλες τις άλλες μορφές της κοινωνίας των οποίων η ανάπτυξη πάρει πέρα από τις καθαρά φυσικές σχέσεις και είναι κατά συνέπεια μια ανταγωνιστική εξέλιξη- η κοινωνική εξέλιξη κάποιων καθιστά την εργασία των άλλων τη φυσική της βάση” [11, 213].
  14. Με άλλα λόγια, το κεφάλαιο, σε αντίθεση με τους προηγούμενους τρόπους παραγωγής, αρχίζει να θεωρεί την επιστήμη και τις τεχνικές εφευρέσεις σαν ένα όρο και ένα συστατικό της ανάπτυξης του.
  15. Για περισσότερα δες :[12]
  16. Η ωφελιμιστική-πραγματιστική χρήση της επιστήμης, όπως σωστά σημειώνει ο Β.Ι. Προυζίνιν, δημιουργεί το φαινόμενο του “υπηρέτη” ή του “δουλοπρεπούς” μυαλού, οι καρποί του οποίου παίρνουν διάφορες μορφές προσομοίωσης της επιστήμης: “η καθυπόταξη των καθαρά γνωσιακών κινήτρων σε εφαρμοσμένους στόχους μπορεί κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες να οδηγήσει σε μια παραμόρφωση του επιστημονικού μυαλού, η οποία βρίσκει την έκφραση της στο φαινόμενο της ψευδοεπιστήμης” [15, 12].

Βιβλιογραφία

  1. Маркс К., Энгельс Ф. Немецкая идеология / К. Маркс, Ф. Энгельс // Соч. – Изд. 2-е. –
    М.: Политиздат, 1955. – Т. 3. – С. 7-544.
  2. Маркс К., Энгельс Ф. Манифест Коммунистической партии // К. Маркс, Ф. Энгельс. /
    Соч., 2-ое изд. – М.: Политиздат. 1955 – Т.4. – С. 419-459.
  3. Лифшиц М.А. Народность искусства и борьба классов //Лифшиц Мих. Собрание со-
    чинений. /В 3-х томах. – Т.2. – М.: Изобраз. искусство, 1986, с. 245-294.
  4. Рагозин Н.П. Традиция как объективная форма социально-исторической преемствен-
    ности // Научные ведомости Белгородского государственного университета Филосо-
    фия Социология Право. – 2016. – No17(238), вып. 37, с.48-56.
  5. Маркс К. Экономические рукописи 1857-1859 гг. / К. Маркс, Ф. Энгельс // Соч. – Изд.
    2-е. – М.: Политиздат, 1968. – Т. 46. Ч. I. – 559 с.
  6. Маркс К., Энгельс Ф. Теории прибавочной стоимости / К. Маркс, Ф. Энгельс // Соч. –
    Изд. 2-е. – М.: Политиздат, 1962. – Т. 26. Ч. I. – 476 с.
  7. Маркс К. Экономическая рукопись 1861-1863 гг. / К. Маркс, Ф. Энгельс // Соч. – Изд.
    2-е. – М.: Политиздат, 1980. – Т. 48. – 683 с.
  8. Багатурия Г.А. Категория «производительные силы» в теоретическом наследии Марк-
    са и Энгельса / «Вопросы философии», 1981, No 9. – С. 103-116.
  9. Маркс К. Капитал. Критика политической экономии. Том первый / К. Маркс, Ф. Эн-
    гельс // Соч. – Изд. 2-е. – М.: Политиздат, 1960. – Т. 23. – 907 с.
  10. Маркс К. Экономические рукописи 1857-1859 гг. / К. Маркс, Ф. Энгельс // Соч. – Изд.
    2-е. – М.: Политиздат, 1969. – Т. 46. Ч. II. – 612 с.
  11. Маркс К. Экономическая рукопись 1861-1863 гг. / К. Маркс, Ф. Энгельс // Соч. – Изд.
    2-е. – М.: Политиздат, 1973. – Т. 47. – 657 с.
  12. Рагозин Н.П. Становление идеи классического университета: культурно-исторический
    контекст // Гілея. Науковий вісник. Збірник наукових праць. Випуск 55 (No12). – Київ:
    НПУ ім. Драгоманова, Українська Академія Наук, 2011. – С. 434-439.
  13. Рагозин Н.П. Социальное предназначение науки: быть достоянием общества или
    «служанкой капитала» / Субъективное и объективное в историческом процессе. Мате-
    риалы международной научной конференции 21 апреля 2017 года // Отв. редактор
    к.филос.наук, доц. Рагозина Т.Э. – Донецк: ГОУВПО «ДОННТУ», 2017. – С. 18-33.
    Юдин Б.Г. Технонаука и «улучшение» человека // EPISTEMOLOGY & PHILOSOPHY
    OF SCIENCE 2016. – T. XLVIII, No2, с.18-27.
  14. Пружинин Б. И. Ratio serviens? Контуры культурно-исторической эпистемологии / Б.
  15. И. Пружинин. — М.: Российская политическая энциклопедия (РОССПЭН), 2009. —
    423 с.
  16. Рагозин Н.П. Образование: благо или товар? // Вісник ДонНУЄТ // Науковий журнал.
    – Серія «Гуманітарні науки». – No2(54)”2012. – С.203-212.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s